-->

i Love to Create!

I AM

image
Hello,

I'm ΔΗΜΗΤΡΗΣ Β. ΚΑΡΕΛΗΣ

Ονομάζομαι Δημήτρης Καρέλης, είμαι πτυχιούχος του Τμήματος Σπουδών στον Ελληνικό Πολιτισμό της Σχολής Ανθρωπιστικών Επιστημών του ΕΑΠ και φοιτητής στο μεταπτυχιακό πρόγραμμα «Δημόσια Ιστορία» του ΕΑΠ. Γεννήθηκα στη Λαμία και ζω στη Καλλιθέα, είμαι παντρεμένος και έχω ένα γιο. Εργάζομαι ως υπάλληλος στον όμιλο Δ.Ε.Η. Α.Ε. από το 1993 και υπηρετώ στο Διαχειριστή Ελληνικού Δικτύου Ηλεκτρικής Ενέργειας (Δ.Ε.Δ.Δ.Η.Ε.), Περιοχή Καλλιθέας Αττικής. Σήμερα είμαι συνδικαλιστής, Πρόεδρος Δ.Σ. του «Πανελλαδικού Συλλόγου Καταμετρητών-Εισπρακτόρων Ομίλου Δ.Ε.Η.».

Είμαι αυτοδίδακτος ζωγράφος, έχοντας συμμετάσχει σε ομαδικές εκθέσεις και ασχολούμαι με την ιστορική και λαογραφική έρευνα και συγγραφή, κυρίως σχετικά με τη Στερεά Ελλάδα. Επίσης, αρθρογραφώ σε μπλογκς και ενημερωτικές ιστοσελίδες, τις οποίες διαχειρίζομαι, ενώ υπήρξα εκδότης περιοδικού και εφημερίδας.


Education
University

Culturologist

Postgraduate

Master of Arts in Public History

School of Amusement

Self-taught painter


Experience
Electricity worker

Public Power Corporation of Greece

Historical

Historical author-researcher

Painter

Art and painting lover


My Skills
Writing
Painting
Disquisition
Design

About Books

«Η βιβλιοθήκη κατοικείται από πνεύματα που βγαίνουν από τις σελίδες τη νύχτα». – Ιζαμπέλ Αλιέντε.

friendship

«Ένα μόνο τριαντάφυλλο μπορεί να είναι ο κήπος μου, αλλά μόνο ένας φίλος, ο κόσμος μου». – Λέο Μπουσκάλια

be yourself

«Να είσαι ο εαυτός σου, αλλά πάντα ο καλύτερος εαυτός σου». – Karl G. Maeser

about love

«Το να αγαπιέσαι βαθιά σου δίνει δύναμη, ενώ το να αγαπάς βαθιά σου δίνει κουράγιο». – Λάο Τσε.

WHAT I DO

Author-writer

«Είτε γράψε κάτι που αξίζει να διαβαστεί, είτε κάνε κάτι που αξίζει να γραφτεί», Βενιαμίν Φραγκλίνος

Culturologist

«Ο πολιτισμός δεν κληρονομείται, κατακτάται», Αντρέ Μαλρώ

Painter

«Η ζωγραφική είναι απλώς ένας άλλος τρόπος να κρατάς ημερολόγιο», Πάμπλο Πικάσο

SOME OF WORK

«Σύγκριση των ανακτορικών συγκροτημάτων της Κνωσού και των Μυκηνών ως κέντρα εξουσίας και πολιτισμού»

 «Σύγκριση των ανακτορικών συγκροτημάτων της Κνωσού και των Μυκηνών ως κέντρα εξουσίας και πολιτισμού»

Γράφει ο Δημήτρης Β. Καρέλης*

ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ

Εισαγωγή

Ενότητα 1η : Η δομή των Μινωικών και Μυκηναϊκών ανακτόρων ως κέντρων εξουσίας και πολιτισμού.

Το Ανάκτορο της Κνωσού.

Το ανάκτορο των Μυκηνών.

Σύγκριση των Μινωικών και Μυκηναϊκών ανακτόρων.

Ενότητα 2ηΟι τοιχογραφίες στο Μινωικό και Μυκηναϊκό πολιτισμό.

Οι Γρύπες στην αίθουσα του θρόνου, στην Κνωσό.

Δαίμονες μεταφέρουν ανάφορο, σε τοιχογραφία των Μυκηνών.

Ενότητα 3η: Η επίδραση της προϊστορικής αρχαιολογίας στη σύγχρονη αρχιτεκτονική και η αξιοποίηση των προϊστορικών ανακτόρων.

Επίλογος

Βιβλιογραφία 

Δικτυογραφία

Παράρτημα εικόνων

 Εισαγωγή

Τα Μινωικά και Μυκηναϊκά ανάκτορα, ιδιαίτερα τα ανάκτορα της Κνωσού και των Μυκηνών, αποτελούσαν κέντρα πολιτικής, στρατιωτικής και θρησκευτικής διοίκησης των αντίστοιχων πολιτισμών. Συνιστούσαν επίσης κοιτίδες οικονομίας και πολιτισμού, όπως προκύπτει κυρίως από τις επιγραφές της Γραμμικής Β΄, που έχουν ανακαλυφθεί, αλλά και τις περιγραφές του Ομήρου.

Η εργασία που ακολουθεί, πραγματεύεται τις ομοιότητες και τις ουσιώδεις διαφορές μεταξύ των δύο ανακτόρων, με βάση τις κατόψεις του ανακτορικού συγκροτήματος της Κνωσού (εικ. 5) και της Ακρόπολης των Μυκηνών (εικ. 6), μελετά το ζωγραφικό διάκοσμο των ανακτόρων, συγκρίνοντας μια τοιχογραφία από κάθε ανάκτορο, τις περιγράφει και τις σχολιάζει, κυρίως από άποψη τεχνοτροπίας και καταγράφει την επίδραση της προϊστορικής αρχαιολογίας στη σύγχρονη ελληνική αρχιτεκτονική.

 Ενότητα 1η : Η δομή των Μινωικών και Μυκηναϊκών ανακτόρων ως κέντρων εξουσίας και πολιτισμού

Το Ανάκτορο της Κνωσού

Εικόνα 1: Άποψη των ανακτόρων της Κνωσού (Προέλευση εικόνας: Αρχείο Δ. Β. Καρέλη)

 Ένα από τα μεγαλύτερα κέντρα της μινωικής εξουσίας ήταν το εντυπωσιακό και επιβλητικό κτιριακό συγκρότημα των Ανακτόρων της Κνωσού (εικ.1), που αναπτύσσονταν σε μια έκταση 22.000 τ.μ., κτισμένο κατά ένα μεγάλο μέρος πάνω σε τεχνητό λόφο. Ήταν η έδρα του βασιλιά Μίνωα και σε ορισμένα σημεία του θεωρείται πως είχε έως πέντε ορόφους. Το παλαιό ανάκτορο χτίστηκε περί το 2000 π.Χ., περίοδο της εμφάνισης των πρώτων ανακτόρων, στο νότιο άκρο της πόλης της Κνωσού και καταστράφηκε από σεισμό κατά το 1900 π.Χ.. Επισκευάστηκε ταχύτατα, αλλά καταστράφηκε για μια ακόμη φορά από σεισμό το 1700 π.Χ., περίπου. Το νέο ανάκτορο αναδομήθηκε αμέσως, μεγαλειώδες και θεαματικότερο, για να υποστεί νέα μερική καταστροφή στα μέσα του 15ου αι., μετά από έκρηξη του ηφαιστείου της Σαντορίνης, όταν εγκαθίστανται στην Κνωσό οι Μυκηναίοι. Καταστράφηκε εκ νέου, από πυρκαγιά, στα μέσα του 14ου αι. π.Χ. και από τότε δεν ανέπτυξε δραστηριότητα ανακτορικού κέντρου.[1]

Σημαντικό ρόλο στην εξέλιξη του ανακτορικού συστήματος στην Μινωική Κρήτη έπαιξαν οι σχέσεις που είχαν αναπτυχθεί με τα κέντρα της Ανατολής, σε Μεσοποταμία και Αίγυπτο, όπου υπήρχε ήδη «ιεραρχημένη» κοινωνία.[2] Η εμφάνιση των πρώτων ανακτόρων στη Μινωική Κρήτη, προοιώνιζε τη σταθεροποίηση της διοικητικής και κοινωνικής ιεραρχίας, την ενίσχυση της ευμάρειας των οικισμών της και την έξαρση της καλλιτεχνικής παραγωγής.[3]

 Το ανάκτορο των Μυκηνών

Εικόνα 2: Μυκήνες, η πύλη των Λεόντων, (Προέλευση εικόνας: www.greececulture.net, προσπ. 14/11/2014 )

 Οι Μυκήνες κτίστηκαν από τον Περσέα, ο οποίος φόνευσε ακούσια τον παππού του Αρκίσιο, βασιλιά του Άργους.[4] Η ακρόπολη των Μυκηνών ιδρύθηκε, πάνω σε λόφο ύψους 278 μ., στα βορειοανατολικά της αργολικής πεδιάδας ανάμεσα σε δύο λόφους, τον Προφήτη Ηλία και τη Ζάρα, στα μέσα του 14ου αιώνα (1350 π.Χ. ΥΕ ΙΙΙ Α). Είχε έκταση 30.000 τ.μ. και τα τείχη της, περιμέτρου 900 μ., υπέστησαν αρκετές μετασκευές ως την τελική της μορφή που σώζεται μέχρι σήμερα και χρονολογείται στα τέλη του 13ου αι. π.Χ.[5] Στην ακμή της, χάρη σ’ ένα ισχυρό ηγεμόνα, κατασκευάστηκαν μεγάλα έργα, χτίστηκε η Πύλη των Λεόντων (εικ.2) με τον προμαχώνα της, η τοιχοποιία του βόρειου τείχους και η πύλη, αναδομήθηκε το νότιο τείχος, για να συμπεριλάβει τον «ταφικό περίβολο Α΄» και το θρησκευτικό κέντρο, χτίστηκε προμαχώνας στα νοτιοανατολικά και διαμορφώθηκε η μεγάλη αναβάθρα που οδηγούσε στο ανάκτορο, κατοικία του άνακτα.

Την ίδια εποχή οικοδομήθηκε ο «θησαυρός του Ατρέα», θολωτός τάφος με υψηλό κυψελοειδή θόλο και κολοσσιαία υπέρθυρα. Στην τελευταία φάση της, περί το 1200 π.Χ. (ΥΕ ΙΙΙ Γ), οι κάτοικοι έλαβαν περισσότερα μέτρα για την ασφάλειά τους και την εξασφάλιση νερού και τροφίμων.[6] Τα τείχη χτιζόταν με «κυκλώπεια» τοιχοδομία και τιτανόλιθους, πάχους τουλάχιστον πέντε μέτρων, ενώ το κεντρικό μέρος των τειχών γεμίζονταν με λίθους και πηλό. Στην ακρόπολη βρισκόταν και το υπόγειο υδραγωγείο, η «Περσεία κρήνη». Παρατηρούμε επίσης, σημαντικό αριθμό θολωτών τάφων, καθώς επίσης τάφους και κατοικίες στην κοντινή της περιοχή.[7] Το ανάκτορο έπαψε να λειτουργεί στα τέλη του 13ου αι., όταν καταστράφηκε από πυρκαγιά, όμως οι Μυκήνες δεν έπαψαν να κατοικούνται.

Μελετώντας την κάτοψη των ανακτόρων και τα ευρήματα, παρατηρούμε την οργάνωση και το εξειδικευμένο εργατικό δυναμικό που απαιτούσε η εκτέλεση των έργων, καθώς και την κεντρική εξουσία, υπό τον άνακτα και τη δυνατότητά της να εξασφαλίζει το απαιτούμενο πλεόνασμα για τη διαβίωση τους, αναδεικνύοντας παράλληλα μια πολιτισμικά ανεπτυγμένη κοινωνία, με διακριτή κοινωνική δομή, αλλά με στρατοκρατική οργάνωση.[8]

 Σύγκριση των Μινωικών και Μυκηναϊκών ανακτόρων

 Αρκετά κοινά σημεία παρουσίαζαν, από αρχιτεκτονικής απόψεως, τα μυκηναϊκά με τα μινωικά ανάκτορα, όπως τα πρόπυλα, τις ταράτσες σε διαφορετικά επίπεδα, τις κιονοστοιχίες και τις εσωτερικές αυλές.[9] Βασικό συνδετικό στοιχείο ήταν επίσης, οι πρωτεύουσες κατασκευαστικές τεχνικές και η χρήση του λίθου ως αποκλειστικό ή πρωταγωνιστικό δομικό υλικό, παρότι διαφοροποιούνταν σε επί μέρους σημεία.[10] Για τη διακόσμησή τους, χρησιμοποιούσαν βασικά τις τοιχογραφίες, ακόμη και σε εξωτερικούς χώρους όπως τα προστώα, καθώς και σε κάποιες περιπτώσεις, λίθο, ξύλο και χαλκό.[11] Η διαρρύθμιση όμως των Μυκηναϊκών ανακτόρων βασίζονταν σε εντελώς διαφορετικές αρχές από τις Μινωικές, ήταν απλά και όχι δαιδαλώδη και αναπτύσσονταν σε περιορισμένη έκταση, σε αντίθεση με την πολύπλοκη διαρρύθμιση των πολυώροφων και εκτεταμένων Μινωικών. Το πρόπυλο εισόδου, η αυλή και το «μέγαρο», ο ορθογώνιος επίσημος χώρος, χαρακτηριστικό της Ηπειρωτικής Ελλάδας, διακρίνει τη μυκηναϊκή από τη μινωική αρχιτεκτονική.[12] Φειδωλή ήταν η χρήση κιόνων, σε εισόδους, προστώα και κυρίως χώρους του μεγάρου, είχαν χαρακτηριστικά που ήταν σπάνια στα Μινωικά ανάκτορα, όπως ραβδώσεις και άλλα που δεν υπήρχαν καν, όπως βαμμένοι δακτύλιοι από κονίαμα στις βάσεις.[13] Ακόμη, μικρή έως ανύπαρκτη ήταν η χρήση πήλινων σωλήνων στα αποχετευτικά συστήματα των Μυκηναϊκών ανακτόρων, όπου οι οχετοί ήταν αύλακες επενδυμένοι και καλυμμένοι με λίθινες πλάκες, σε αντίθεση με τα Μινωικά.[14] Βασική επίσης διαφοροποίηση ήταν η έλλειψη οχύρωσης στο ανάκτορο της Κνωσού, σε σχέση με το κυκλώπειο τείχος των Μυκηνών, καθώς τα ατείχιστα ανάκτορα και πόλεις των Μινωιτών, καθορίζουν την φιλειρηνική τους φύσηΑπόδειξη του ειρηνικού χαρακτήρα των Μινωιτών είναι και η θεματολογία στις τοιχογραφίες, που είναι εμπνευσμένη από την καθημερινότητα, τη φύση ή τα θρησκευτικά και λατρευτικά σύμβολα, σε αντίθεση με τους Μυκηναίους που απεικονίζουν, είτε τους ίδιους σε σκηνές μάχης, ως δεινούς πολεμιστές, είτε αφηρημένες θεότητες.

Βόρεια καταγωγή δηλώνει το Μυκηναϊκό ανάκτορο, καθώς δείχνει εσωστρέφεια, σε αντίθεση με το Μινωικό, που παρουσιάζει σαφή μεσογειακή προέλευση.[15] Ο μινωικός «Λαβύρινθος», με αρχιτεκτονική ποικιλία και ιδιορρυθμία, αναδείκνυε μια κατοικία ανοιχτή σε «αέρα και φως», εν αντιθέσει με το ανάκτορο των Μυκηνών, που εμφάνιζε ορθολογιστικό σύνολο με ξεκάθαρη δομή, καθώς ακόμη και το σχήμα του μεγάρου δεν επέτρεπε παραλλαγές, σε έκταση και ύψος, ούτε προσθήκες.[16] Στην Μινωική Κρήτη και την Κνωσό προκρινόταν η κεντρική κιονοστοιχία, που έτεμνε το χώρο σε δύο μέρη, η εστία ήταν κινητή και το πλάτος της κατοικίας μεγαλύτερο από το βάθος, σε αντίθεση με την Μυκηναϊκή αρχιτεκτονική που επέλεξε τη διπλή, η οποία χώριζε το χώρο στα τρία, η κατοικία είχε μεγαλύτερο βάθος απ’ ότι πλάτος, με την είσοδό της στην στενή πτέρυγα, ήταν σκοτεινή, καθώς είχε λιγοστά «φρέατα φωτισμού» και η εστία της βρισκόταν σε σταθερή θέση.[17]

 Οι τοιχογραφίες στο Μινωικό και Μυκηναϊκό πολιτισμό

Η τοιχογραφία, αντιπροσωπευτική μορφή έκφρασης πολιτισμού της εποχής του χαλκού, εντοπίζεται στα πρώτα ανάκτορα της Κνωσού, το 1600 π.Χ.[18] Ως εξαιρετικά αναπτυγμένη τέχνη για τους Μινωίτες, χαράσσει τα ρεύματα και τη μόδα της εποχής. Την εποχή αυτή οι ζωγράφοι εργάζονται σε αγαστή συνεργασία με το βασιλιά και τα εργαστήριά τους βρίσκονται εντός του ανακτόρου.[19] Η Αιγαιακή τεχνική των τοιχογραφιών είναι ανάμικτη και τα χρώματά τους είναι «φυσικά και γαιώδη», όπως για παράδειγμα το λευκό από ασβέστη, το σκούρο κόκκινο από αιματίτη, το ανοιχτό κόκκινο από ψημένη ώχρα, το κίτρινο από ώχρα, το μαύρο από άνθρακα, το μπλε από μείγμα πυριτίου χαλκού και οξειδίου ασβεστίου.[20]

 Στην συνέχεια, εξετάζουμε δύο τοιχογραφίες, μία από κάθε ανάκτορο, τους «Γρύπες» (εικ.3), από την Αίθουσα του Θρόνου της Κνωσού και τους «Δαίμονες με το ανάφορο» (εικ.4), από τις Μυκήνες.

 

Οι Γρύπες στην αίθουσα του θρόνου στην Κνωσό

Εικόνα 3.: Η τοιχογραφία με τους γρύπες την αίθουσα του θρόνου, (Προέλευση εικόνας: Αρχείο Δ. Β. Καρέλη)

 Πρόκειται για επιζωγραφισμένη νωπογραφία που καταλαμβάνει, ολόκληρη την νότια πλευρά στην «αίθουσα του θρόνου». Φέρει ζωηρά, έντονα και φωτεινά χρώματα, στα οποία κυριαρχεί το επιβλητικό, μινωικό κόκκινο της Κνωσού, με αποχρώσεις μπλε, κυανού και φαιοκίτρινου χρώματος, αλλά και λευκού, με το οποίο αποδίδεται ένας κυματοειδής σχηματισμός που διατρέχει τους τοίχους, δίκην νέφους, στο μέσον και τη βάση του, παράλληλα με δύο κόκκινες γραμμές. Στη βάση της τοιχογραφίας, αμφίπλευρα του θρόνου, στέκονται αντικριστοί δύο άπτεροι «εραλδικοί γρύπες», σύμβολα βασιλικής ή θεϊκής εξουσίας, ίσως και απονομής δικαιοσύνης, που σκοπεύουν στην προστασία του. Όμοιοι «γρύπες» απεικονίζονται και στο δυτικό τοίχο. Από το ίδιο σημείο, αναφύονται θαλάσσια κρίνα. Οι «γρύπες», που αποδίδονται με μεγάλη τυποποίηση, φέρουν σώμα λιονταριού, κεφαλή αετού, (ίσως παγωνιού), εμφανίζονται άπτεροι, για να υποδηλώσουν την αέναη παρουσία τους στον χώρο, ενώ στο κεφάλι τους τονίζεται το γαμψό ράμφος και το περίτεχνο χρωματιστό λοφίο.[21] Φέρουν επίσης στο λαιμό τους σπειροειδές κόσμημα, που οι άκρες της απολήγουν σε άνθη παπύρου, χαρακτηριστικό της Φαραωνικής Αιγύπτου. Η τοιχογραφία χρονολογείται κατά την «κρητομυκηναϊκή περίοδο» (1700π. Χ. - 1075 π. Χ.)

Δαίμονες μεταφέρουν ανάφορο σε τοιχογραφία των Μυκηνών

Εικόνα 4: Δαίμονες μεταφέρουν το ανάφορο σε τοιχογραφία των Μυκηνών (Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο) (Προέλευση εικόνας:St. Louis Community College, http://users.stlcc.edu, προσπ. 2/11/2014)

 Πρόκειται για θραύσμα τοιχογραφίας με παράσταση δαιμόνων. Αποτελεί μέρος αιγιακής τοιχογραφίας, στο Θρησκευτικό κέντρο των Μυκηνών. Φέρει μπλε και μαύρο χρώμα στα περιγράμματα, κυανό, ερυθρό, φαιοκίτρινο και λευκό στο θέμα της τοιχογραφίας. Εικονίζονται τρεις «ονοκέφαλοι» δαίμονες, να βαδίζουν προς τα δεξιά, κρατώντας μακρύ ξύλινο κοντάρι, το «ανάφορον», από το οποίο κρέμονταν θηράματα ή οι δορές τους.[22] Οι Δαίμονες της τοιχογραφίας εικονίζονται με κεφαλή όνου, φέρουσα κερατοειδή απόφυση και βόστρυχο, που πέφτει στο μέτωπο. Φέρουν ακόμη, ζώνη, δεμένη περιμετρικά. Πιθανότατα οι Δαίμονες επιστρέφουν από κυνήγι ιερό ή προς τιμή του άνακτα. Είναι πιθανόν να πρόκειται για μεταμφιεσμένους ανθρώπους, χάριν θρησκευτικής τελετής. Οι δαίμονες ιδίου τύπου προέρχονται από την Αιγυπτιακή θρησκευτική τέχνη.[23] Η απόδοσή τους είναι αντιφυσιοκρατική, χωρίς βάθος και προοπτική, καθώς απεικονίζονται κατά κρόταφο (προφίλ) και χωρίς επικάλυψη. Η τοιχογραφία τοποθετείται χρονικά περίπου το 13ο π.Χ. αι. (1250-1200 π.Χ.).

Συγκρίνοντας τις παραπάνω τοιχογραφίες, διαπιστώνουμε σημαντικές διαφορές, στην τεχνοτροπία, την τεχνική, αλλά και τη θεματολογία, που πηγάζουν από τη διαφορετικότητα των δύο πολιτισμών. Στην περίπτωση της νωπογραφίας των «γρυπών», αποτυπώνεται η ρεαλιστική τεχνοτροπία των Μινωιτών, με τα έντονα χρώματα, το φυσιοκρατισμό, κατά την απεικόνιση των κρίνων, αλλά και στην κίνηση των γρυπών, μέσα από καμπύλα περιγράμματα και τη συμβατική αιγαιακή προοπτική. Από την άλλη πλευρά η αυστηρή, λιτή και στατικότερη απόδοση, στην τοιχογραφία των «Δαιμόνων», συνδέεται με τον στρατιωτικό χαρακτήρα του πολιτισμού των Μυκηναίων.

 Ενότητα 3η: Η επίδραση της προϊστορικής αρχαιολογίας στη σύγχρονη αρχιτεκτονική και η αξιοποίηση των προϊστορικών ανακτόρων

 Πέρα από κάποιες περιορισμένες χρήσεις στην αρχιτεκτονική διακόσμηση, η προϊστορική τέχνη δεν ενσωματώθηκε στη σύγχρονη Ελληνική αρχιτεκτονική και η αποκάλυψη του μινωικού και μυκηναϊκού πολιτισμού δεν είχε ουσιαστική επίδραση. Ενδεικτικά, μόνο το υποκατάστημα της Εθνικής Τράπεζας στο Ναύπλιο, σχεδιάστηκε σε ύφος Μυκηναϊκό, λόγω της γειτνίασης με τις Μυκήνες, καθώς και μεμονωμένα σπίτια στην Αθήνα και την Κρήτη, χρησιμοποίησαν τις χαρακτηριστικές μινωικές κολώνες, με το βαθύ κόκκινο χρώμα. Είχε πλέον προκριθεί ο νεοκλασικισμός, ως νέο ύφος και στυλ στην αρχιτεκτονική, αλλά και για την άμεση σύνδεση της Ελλάδας με το αρχαίο της παρελθόν.[24]

Η Ελλάδα, ένας από τους δημοφιλέστερους προορισμούς πολιτισμού παγκοσμίως, προσδίδει στον τουρισμό πολιτικές, κοινωνικές και οικονομικές διαστάσεις. Η τουριστική ανάπτυξη της Ελλάδας, μέσα από την προβολή της πολιτιστικής μας κληρονομιάς, ξεκίνησε τη δεκαετία του ’50 και εξελίχθηκε σε μια εξαιρετική πηγή εσόδων.[25] Σήμερα οι επισκέπτες της Κνωσού ξεπερνούν το ένα εκατομμύριο το χρόνο, με τις μέρες αιχμής να φτάνουν τους 15.000, αριθμοί ασύλληπτοι για τον Έβανς.[26] Ομοίως και οι επισκέπτες της Ακροπόλεως Μυκηνών αυξήθηκαν, σύμφωνα με την ΕΛ.ΣΤΑΤ., κατά 1.8% περίπου, το μήνα.

Οι φθορές όμως που παρουσιάζουν σήμερα οι αρχαιολογικοί χώροι στις δομές τους, είναι σημαντικές, καθώς είναι εκτεθειμένοι στο εξωτερικό περιβάλλον και εμφανίζουν προβλήματα συνωστισμού και ρύπανσης, εξαιτίας του όγκου των επισκεπτών τους, καταστροφές από τους τουρίστες και  μεταβολή του χαρακτήρα της περιοχής.[27]

 Επίλογος

Συμπερασματικά, τα Μινωικά ανάκτορα ήταν ανοχύρωτα, τεράστια και λαβυρινθώδη, ενώ τα Μυκηναϊκά ήταν περιορισμένα σε έκταση και οχυρωμένα με κυκλώπεια τείχη. Διέφεραν επίσης στην αρχιτεκτονική δομή τους, δείγμα της διαφορετικότητας των δύο πολιτισμών, ήταν όμως και τα δύο διακοσμημένα με εξαιρετικές τοιχογραφίες.

Οι Μινωίτες δίδαξαν την τέχνη της τοιχογραφίας στους Μυκηναίους που ακολούθησαν τα ίδια πρότυπα, εναρμονισμένα στις δικές τους ανάγκες,[28] εν συγκρίσει όμως, άτεχνα και συμβατικά, με τη φυσιολατρία να απέχει και κεντρικό παράγοντα τις ανθρώπινες ασχολίες.[29]

Επίσης, η σύγχρονη Ελληνική αρχιτεκτονική δεν επηρεάστηκε σχεδόν καθόλου από την προϊστορική τέχνη.

Η αξιοποίηση των Μυκηναϊκών και Μινωικών ανακτόρων προσέδωσε σοβαρή προστιθέμενη αξία στις περιοχές αυτές.


Βιβλιογραφία

  •  Βασιλικού Ντόρα, Ο μυκηναϊκός πολιτισμός, Εκδόσεις της Βιβλιοθήκης της εν Αθήναις Αρχαιολογικής Εταιρείας, ΒΑΕ 152,  Αθήνα, 1995.
  • Παλυβού Κλαίρη, Δρ Αρχιτέκτων, «Η πορεία των επισκεπτών», Καθημερινή, Ένθετο «Επτά Ημέρες», στο «Το Μινωικό Θαύμα», Κυριακή 20 Απριλίου 1997.
  • Παπαγιαννοπούλου Α., Πλάντζος Δ., Σουέρεφ Κ., Τέχνες Ι: Ελληνικές Εικαστικές Τέχνες, Επισκόπηση Ελληνικής Αρχιτεκτονικής και Πολεοδομίας, τόμος Α, Προϊστορική και Κλασική Τέχνη, ΕΑΠ, Πάτρα, 1999.
  • Τσούντας, Χρήστος, Μυκήναι και μυκηναίος πολιτισμός, υπό Χρήστου Τσούντα. Αθήνησιν: Παρά τω βιβλιοπωλείω της Εστίας,1893.
  • Dickinson, Oliver, Αιγαίο - Εποχή του Χαλκού, Μετ. Θεόδωρος Ξένος, Εκδόσεις Καρδαμίτσα, Αθήνα, 2003.
  • Μπουλώτης Χρήστος, Αρχαιολόγος στο  Κέντρον Ερεύνης της Αρχαιότητας  της Ακαδημίας Αθηνών, Το θρησκευτικό κέντρο, στο «Ο γοητευτικός μυκηναϊκός κόσμος», Καθημερινή, Ένθετο «Επτά Ημέρες», Κυριακή 31 Μαΐου 1998.
  • Φιλιππίδης Δ., Τέχνες Ι: Εικαστικές Τέχνες, Επισκόπηση της Ελληνικής Αρχιτεκτονικής και Πολεοδομίας. Ιστορία της Ελληνικής και Πολεοδομίας. Τόμος Δ΄, Εκδ. ΕΑΠ, Πάτρα, 2001.

 Δικτυογραφία

Αρχαιολογία Online, http://www.archaiologia.gr, Η τοιχογραφία στη μυκηναϊκή Ελλάδα, 27/6/2011, προσπ. 2/11/2014.

Ινστιτούτο Μεσογειακών Σπουδών, http://digitalcrete.ims.forth.gr, προσπ. 30/10/14.

Νίκος Ζερβονικολάκης, http://zervonikolakis.lastros.net, Κνωσός - Ο Γρίφος Του Θρόνου, προσπ. 2/11/2014.

Τ.Ε.Ι. Χαλκίδας, http://www.ee.teihal.gr/ Οικοτουρισμός, προσπ. 2/11/2014.

Υπουργείο Πολιτισμού και Αθλητισμού, http://odysseus.culture.gr, προσπ. 30/10/14.


Παράρτημα εικόνων

 

Εικ. 5 : Ανακτορικό συγκρότημα Κνωσού

 

Εικ. 6: Ακρόπολη



[1] Υπουργείο Πολιτισμού και Αθλητισμού, http://odysseus.culture.gr, προσπ. 30/10/14, Ινστιτούτο Μεσογειακών Σπουδών, http://digitalcrete.ims.forth.gr, προσπ. 30/10/14.

[1] Υπουργείο Πολιτισμού και Αθλητισμού, http://odysseus.culture.gr, προσπ. 30/10/14, Ινστιτούτο Μεσογειακών Σπουδών, http://digitalcrete.ims.forth.gr, προσπ. 30/10/14.

[2] Παπαγιαννοπούλου Α., Πλάντζος Δ., Σουέρεφ Κ., Τέχνες Ι: Ελληνικές Εικαστικές Τέχνες, Επισκόπηση Ελληνικής Αρχιτεκτονικής και Πολεοδομίας, τόμος Α, Προϊστορική και Κλασική Τέχνη, ΕΑΠ, Πάτρα, 1999, σ. 31.

[3] Παπαγιαννοπούλου Α., Πλάντζος Δ., Σουέρεφ Κ., ό.π., σ. 33.

[4] Τσούντας, Χρήστος, Μυκήναι και μυκηναίος πολιτισμός, υπό Χρήστου Τσούντα, Αθήνησιν: Παρά τω βιβλιοπωλείω της Εστίας,1893.

[5] Υπουργείο Πολιτισμού και Αθλητισμού, http://odysseus.culture.gr, προσπ. 30/10/14.

[6] Βασιλικού Ντόρα, Ο μυκηναϊκός πολιτισμός, Εκδόσεις της Βιβλιοθήκης της εν Αθήναις Αρχαιολογικής Εταιρείας, ΒΑΕ 152,  Αθήνα, 1995, σελ. 157.

[7] Παπαγιαννοπούλου Α., Πλάντζος Δ., Σουέρεφ Κ., ό.π., σ. 45.

[8] Παπαγιαννοπούλου Α., Πλάντζος Δ., Σουέρεφ Κ., ό.π., σ.σ. 45-47.

[9] Βασιλικού Ντόρα, ό.π., σελ. 148.

[10] Dickinson, Oliver, Αιγαίο - Εποχή του Χαλκού, Μετ. Θεόδωρος Ξένος, Εκδόσεις Καρδαμίτσα, Αθήνα, 2003, σελ. 227.

[11] Dickinson, Oliver, ό.π., σελ. 226.

[12] Βασιλικού Ντόρα, ό.π., σελ. 147.

[13] Dickinson, Oliver, ό.π., σελ. 225.

[14] Dickinson, Oliver, ό.π., σελ. 234.

[15] Βασιλικού Ντόρα, ό.π., σελ. 148.

[16] Βασιλικού Ντόρα, ό.π., σελ. 148.

[17] Βασιλικού Ντόρα, ό.π., σελ. 148.

[18] Βασιλικού Ντόρα, ό.π., σελ. 223.

[19] Βασιλικού Ντόρα, ό.π., σελ. 223-249.

[20] Βασιλικού Ντόρα, ό.π., σελ. 223-249.

[21] Νίκος Ζερβονικολάκης, http://zervonikolakis.lastros.net, Κνωσός- Ο Γρίφος Του Θρόνου, προσπ. 2/11/2014.

[22] Παπαγιαννοπούλου Α., Πλάντζος Δ., Σουέρεφ Κ., ό.π., σ. 110.

[23] Μπουλώτης Χρήστος, Αρχαιολόγος στο Κέντρον Ερεύνης της Αρχαιότητας της Ακαδημίας Αθηνών, Το θρησκευτικό κέντρο, στο «Ο γοητευτικός μυκηναϊκός κόσμος», Καθημερινή, Ένθετο «Επτά Ημέρες», Κυριακή 31 Μαΐου 1998, σ. 13.

[24] Φιλιππίδης Δ., Τέχνες Ι:Εικαστικές Τέχνες, Επισκόπηση της Ελληνικής Αρχιτεκτονικής και Πολεοδομίας. Ιστορία της Ελληνικής και Πολεοδομίας. Τόμος Δ΄, Εκδ. ΕΑΠ, Πάτρα, 2001, σ. 170.

[25] Τ.Ε.Ι. Χαλκίδας, http://www.ee.teihal.gr/ Οικοτουρισμός, προσπ. 2/11/2014.

[26] Παλυβού Κλαίρη, Δρ Αρχιτέκτων, «Η πορεία των επισκεπτών», Καθημερινή, Ένθετο «Επτά Ημέρες», στο «Το Μινωικό Θαύμα», Κυριακή 20 Απριλίου 1997, σ.σ. 23-24.

[27] Τ.Ε.Ι. Χαλκίδας, http://www.ee.teihal.gr/ Οικοτουρισμός, προσπ. 2/11/2014.

[28] Βασιλικού Ντόρα, ό.π., σελ. 223.

[29] Αρχαιολογία Online, ό.π. , προσπ. 2/11/2014.


ΕΛΠ 12,  1η 2014-2015


*Δημήτρης Β. Καρέλης


Συγγραφέας -Αρθρογράφος - Πολιτισμολόγος,

Πτυχιούχος του τμήματος Σπουδών στον Ελληνικό Πολιτισμό

της Σχολής Ανθρωπιστικών Επιστημών του ΕΑΠ.


Η «Παναγία η Μεσοσπορίτισσα»

 


Η «Παναγία η Μεσοσπορίτισσα»

Γράφει ο Δημήτρης Β. Καρέλης

Πλούσια η λαογραφική, πολιτισμική και θρησκευτική κληρονομιά του τόπου μας. Τούτες λοιπόν τις μέρες της προσμονής της έλευσης του Θεανθρώπου, στις 21 Νοεμβρίου, σχεδόν ένα μήνα πριν τα Χριστούγεννα, γιορτάζουμε την Είσοδο της η Παρθένου Μαρίας, Μητέρα του Χριστού, στο Ναό του Θεού.

Κατά την παράδοση της Εκκλησίας, η Θεοτόκος τριετίζουσα, οδηγήθηκε από τους γονείς της Ιωακείμ και Άννη, στο Ναό, για να αφιερωθεί στο Θεό, σύμφωνα με τη δική τους δέσμευση, καθώς η ίδια γεννήθηκε με θέλημα Θεού. Εκεί παρέμεινε για 11 ή 12 χρόνια, ώσπου επέστρεψε στην οικία της, όντας 14 ή 15 ετών. Τούτη η γιορτή, τα Εισόδια της Θεοτόκου, ανήκει στις Θεομητορικές εορτές.

Η λαϊκή ονομασία της γιορτής αυτής είναι της «Παναγίας της Μεσοσπορίτισσας» ή «της Μισοσπορίτισσας» και «Παναγία η Μεσοσπορίτισσα», ένα από τα πολυάριθμα επίθετα της Παναγιάς, διότι τότε μεσιάζει η πρώιμη φθινοπωριάτικη σπορά. Ονομάζεται επίσης και «Πολυσπορίτισσα», καθώς τη μέρα ετούτη οι αγρότισσες μαγειρεύουν αποβραδίς σ’ έναν μεγάλο τέντζερη, χύτρα, τσουκάλι ή κακκάβι και προσφέρουν ανήμερα στους δικούς τους, τα πολυσπόρια (σιτάρι, κουκιά, φακές, φασόλια, ρεβίθια, καλαμπόκι, μπιζέλια και άλλους ανάμικτους ποικίλους καρπούς) τα λεγόμενα και μπουρμπουρέλια (=όσπρια διάφορα βρασμένα ), εξού και της «Παναγιάς Μπουρμπουρέλας» (=της Πολυσπορίτισσας). Σε πολλά χωριά, παλιότερα παίρνανε πολυσπόρια (σιτάρι, ρεβίθια, καλαμπόκι, κουκιά, φασόλια κλπ.) και πηγαίνανε στην βρύση ή στην πηγή, τα ρίχνανε μέσα και λέγανε: «όπως τρέχει το νερό να τρέχει το βιο», για να έχουνε την ποθούμενη γονιμότητα της γης.

Έπρεπε λοιπόν ίσαμε τότε να έχει σπείρει ο γεωργός τα μισά του σπαρμένα, αν ήθελε να σοδέψει μπόλικο καρπό, ενώ τη ανήμερα της γιορτής οι δουλευτές της υπαίθρου γιορτάζανε κι αργούσαν. «Μεσόσπορες, μεσόφαες, μεσοκονόμα να 'χεις!» ή «μισόσπειρα, μισόφαγα, μισόχω να περάσω», έλεγαν τότες, καθώς εκτός της σποράς, μέσιαζε και η κατανάλωση των καρπών της προηγούμενης. Αν λόγω του καιρού, μόλις είχε αρχίσει η σπορά, η γιορτή λεγόταν της «Αρχισπορίτισσας», κι αν πάλι είχε αποπερατωθεί, λεγόταν «Αποσπορίτισσα».

Αυτή τη μέρα βασιλεύει η πούλια, αν τύχη ξαστεριά. Κι ότι καιρό θα κάμει αυτήν τη μέρα, θα κάμει και τις σαράντα επόμενες. Αν δεν έχει βρέξει ως τότε, πρέπει κείνη την ημέρα να γίνει λιτανεία, για να σπλαχνιστεί η Χάρη της Παναγίας να ρίξει νερό. Οι γεωργοί σε πολλά χωριά δεν έπρεπε να ξυρίζονται όσο βαστούσε η σπορά, «για να βγουν τα σπαρτά πυκνά».

Η συνήθεια των πολυσπορίων, έλκει την καταγωγή της στην ελληνική αρχαιότητα, καθώς οι αρχαίοι Έλληνες συνήθιζαν κατά τον Πυανεψιώνα μήνα, σημερινούς Οκτώβριο- Νοέμβριο, στην εορτή του θεού Απόλλωνα, να βράζουν και να τρώνε πολύμικτα όσπρια και  προς τιμή του χθόνιου Ερμή, προστάτη των ποιμένων και των γεωργών, οι Αθηναίοι έψηναν στις χύτρες τις «πανσπερμίες» (τα πολυσπόρια των καθ’ ημάς χρόνων). Παρόμοια έθιμα με τα πολυσπόρια και την ευλογία των καρπών στις εκκλησιές, στην αρχαία Ελλάδα εκτός από την «Πανσπερμία» και τα «Πυανόψια ή Πανόψια» ήταν και τα «Θαργήλεια», που γίνονταν προς τιμή της Δήμητρας και ήταν γιορτές της συγκομιδής. Σε πολλά μέρη της χώρας τα πολυσπόρια λέγονται ακόμα σήμερα με το αρχαίο τους όνομα: «πανσπερμιά».


*Δημήτρης Β. Καρέλης


Συγγραφέας -Αρθρογράφος - Πολιτισμολόγος,

Πτυχιούχος του τμήματος Σπουδών στον Ελληνικό Πολιτισμό

της Σχολής Ανθρωπιστικών Επιστημών του ΕΑΠ.




«Η παλιά δημοτική Σκαμνά-βρύση του Δομοκού»


«Η παλιά δημοτική Σκαμνά-βρύση του Δομοκού»

Γράφει ο Δημήτρης Β. Καρέλης


Άφθονα ήταν τα κρυστάλλινα, γάργαρα, πόσιμα νερά στο Δομοκό και πολλές οι βρύσες που τρέχανε ασταμάτητα μέρα και νύχτα. Οι ιστορικές πηγές, κάνουν λόγο για οκτώ κρήνες πόσιμου ύδατος εντός της πόλης του Δομοκού, κατά το έτος 1881.

Μια από τις αξιολογότερες κρήνες του Δομοκού, ήταν η δημοτική Σκαμνά-Βρύση, που βρίσκεται κοντά στην πλατεία του Δομοκού, παραπλεύρως της οικίας Κων. Καρατζά, έναντι οικίας Σκλατινιώτη, πάνω σε πετρόχτιστο τοίχο. Ονομάστηκε Σκαμνά-Βρύση από τα υπάρχοντα τότε «σκάμνα» (μουριές) και είχε δύο κρουνούς με πηγαίο ύδωρ. Τούτη ή κρήνη έχει χαρακτηριστεί ως έργο τέχνης και ιστορικό διατηρητέο μνημείο.

Σύμφωνα με την Διεύθυνση Νεώτερης και Σύγχρονης Αρχιτεκτονικής Κληρονομιάς του Υπουργείο Πολιτισμού και Αθλητισμού, «η παλιά δημοτική βρύση χρονολογείται γύρω στο 1880, ενώ πρόκειται για μονόπλευρη βρύση, η όψη της οποίας διαμορφώθηκε στη μία πλευρά του πετρόκτιστου τοίχου. Η πρόσοψή της διαμορφώνεται με βάση τον κατακόρυφο άξονα συμμετρίας και αποτελείται από τρεις τοξωτές εσοχές, μία κεντρική και δύο παράπλευρες. Στο πάνω μέρος των εσοχών στον άξονα συμμετρίας υπήρχαν μικρά διακοσμητικά τόξα από πελεκητή πέτρα, καθώς και εντοιχισμένη πλάκα, πιθανόν κτητορική επιγραφή. Αξιοσημείωτη είναι επίσης η εσωτερική θολωτή δεξαμενή νερού που βρίσκεται στην κεντρική τοξωτή εσοχή. Η απλότητα της κατασκευής, η διαφοροποίηση ορισμένων υλικών, η διάθεση διακόσμησής της, συνθέτουν ένα αρμονικό σύνολο και αποδίδουν στο κτίσμα την έννοια του έργου τέχνης».

Η εντειχισμένη ενεπίγραφη πλάκα, φέρει τουρκική επιγραφή γραμμένη με αραβική γραφή, την οποία προφανώς, πρέπει να μελετηθεί περαιτέρω, για το εάν είναι πράγματι κτητορική ή αφιερωματική. Κατά το έτος 1880, κατά το οποίο φέρεται να έγινε η κατασκευή, επισκευή ή ανακατασκευή της ως άνω κρήνης, ο Δομοκός βρισκόταν υπό Οθωμανική κατοχή, καθώς απελευθερώθηκε ένα χρόνο αργότερα, το 1881. Οι Οθωμανοί έδιναν μεγάλη σημασία στο νερό και η κατασκευή μιας δημόσιας βρύσης θεωρούνταν έργο θεάρεστο, καθώς λέγεται πως ο Μωάμεθ έβαλε σχετική ρήση στο Κοράνι. Ήταν ακόμη, σημάδι της τουρκικής κυριαρχίας, σήμα κατατεθέν της θρησκείας τους.

Η βρύση ανακατασκευάστηκε την δεκαετία του 1990, από την τότε δημοτική αρχή και έκτοτε αποτελεί ένα από τα πολλά και αξιόλογα ιστορικά μνημεία της πόλης του Δομοκού.

Σχετικά με την ονομασία της, η παράδοση αναφέρει πως η βρύση ήταν περιτριγυρισμένη από σκαμνιές, δηλαδή μουριές (συκαμιά, σκαμνιά ή συκαμινιά, αρχ. και βυζ. συκάμινος) και εξ αυτού του λόγου ονομάστηκε Σκαμνά-βρύση. Η μουριά, λευκή ή μαύρη, είναι φυλλοβόλο πλατύφυλλο δέντρο, που φημίζεται για τη σκιά του.

Ωστόσο, δεν θα πρέπει να παραβλέψουμε πως η λέξη πιθανώς να προέρχεται ετυμολογικά από το βυζαντινό «σκάμνος» και σκαμνίον, το σκαμνί (Λατ. scamnum), το κάθισμα. Τα σκαμνία ή σκάμνα, χαμηλά καθίσματα με ξύλινα πόδια, ονομάσθηκαν έτσι διότι ήταν κατασκευασμένα αρχικά από ξύλο συκαμινέας (μουριάς), το οποίο, κατά τον Θεόφραστον «ήτο ασαπές και εύεργον» (δεν σάπιζε και ήταν ευκολοδούλευτο). Κατά του Βυζαντινούς χρόνους ως σκάμνα αναφέρονταν οποιαδήποτε καθίσματα, βάσεις στήριξης ή θεμέλια, ενώ υπήρχαν και «σκάμνα θρονοειδή». Πιθανώς λοιπόν η ονομασία της βρύσης να αναφέρεται στο «κάθισμα» (σκαμνά, σκαμνιά) και όχι στο όμορφο, πλατύφυλλο και καλοΐσκιωτο δεντρί ή και στα δύο.  


*Δημήτρης Β. Καρέλης


Συγγραφέας -Αρθρογράφος - Πολιτισμολόγος,

Πτυχιούχος του τμήματος Σπουδών στον Ελληνικό Πολιτισμό

της Σχολής Ανθρωπιστικών Επιστημών του ΕΑΠ.





Η αρχαία πόλις των Ξυνιών, η Ακρόπολη και το νησί της, στο οροπέδιο του Δομοκού

 

Η αρχαία πόλις των Ξυνιών, η Ακρόπολη και το νησί της, στο οροπέδιο του Δομοκού


Γράφει ο Δημήτρης Β. Καρέλης*


Η Αρχαία ακρόπολη Ξυνιάδος βρισκόταν Ν.Δ. του Δομοκού, στην νότια όχθη της λίμνης Ξυνιάδος, πάνω σε νησίδα. Η βραχώδης νησίδα, στο Νότιο τμήμα της αποξηραμένης τώρα λίμνης Ξυνιάδος, είναι έκτασης 367 περίπου στρεμμάτων, υψομέτρου 537 μέτρων από την επιφάνεια της θάλασσας και 70 από την επιφάνεια της λίμνης και αποτελούσε μαζί με τον πλαϊνό λοφίσκο, ένα μικρό σύμπλεγμα νησιών, κοντά στη σημερινή Κορομηλιά Δομοκού.

Η γαλαζοπράσινη λίμνη, που βρισκόταν σε ρηγματώδη λεκάνη στην Όθρυ, ήταν μεγάλη αλλά χωρίς βάθος, όμως λόγω του πλήθους των ψαριών που φιλοξενούσε, παρείχε τροφή στους κατοίκους των Ξυνιών αλλά και της γύρω περιοχής.

Η Ακρόπολη ταυτίζεται με την αρχαία πόλη Ξυνία, Ξυνιαί ή και Ξυνιάδαι (ο πολίτης Ξυνιεύς), κατ’ άλλους δε λόγω της μικρής της έκτασης, πιστεύεται ότι αποτελούσε την κατοικία των βασιλέων και το οχυρωμένο καταφύγιο των Αρχόντων και των πολιτών, σε περιόδους πολέμων, αλλά η πόλη βρισκόταν σε άλλο σημείο εκτός της λίμνης. Κατά μια εκδοχή οφείλει το όνομά της στην αρχαϊκή λέξη «Ξοινή» δηλαδή κοινή, καθώς η λίμνη βρισκόταν στο μεταίχμιο μεταξύ Στερεάς Ελλάδας και Θεσσαλίας.

Στα σχόλια των «Αργοναυτικών» οι R. François και P. Brunck (1810) αναφέρουν: «Λίμνην τινές την Ξυνιάδα φασίν Θεσσαλίας, οι δε πόλιν παρά δ’ αυτήν Βοιβοιΐδα λίμνην ήν Ξυνιάδα είπε, δια το πλησίον είναι της Ξυνιάδος πόλεως. Οι δε φασίν, ούτως αυτήν καλείσθαι, δια το ξυνόν είναι το κοινόν. Ταύτην δε κοινήν είναι Θεσσαλίας ή Βοιωτίας».

Ο Ε. Dodwell στο ταξίδι του στην περιοχή (1801-1806) γράφει: «Η πόλη η οποία ήταν χτισμένη πάνω σε λόφο, προβαλλόταν μέσα στη λίμνη η οποία ονομαζόταν Βοίβη (Boibe, Βοίβη) και τα ερείπιά της είναι ακόμη ορατά. Η πόλη και η λίμνη ήταν επίσης γνωστή με το όνομα Ξυνία την εποχή της ακμή της».

Ο Στέφανος Βυζάντιος αναφέρει: «Ξυνία Θετταλίας πόλις. Πολύβιος ενάτω. Το εθνικόν Ξυνιεύς ως Ιλιεύς και Ξυνιάς λίμνη ήν Βοιβιάδα φασίν, (Βοιβαΐδα ή Βυβαΐδα σελ. 481). Στο «Λεξικόν της Ελληνικής Γλώσσης, υπό Σκαρλάτου Δ. Βυζαντίου» (1852) αναφέρεται: «Ξυνία, πόλις της Θεσσαλίας πλησίον των Υπάτων από της οποίας παρονομάζεται η Ξυνιάς λίμνη της Θεσσαλίας».

Ο Γερμανός περιηγητής Φρίντριχ Στέλιν (Fridrich Stahlin), σε μια εξαιρετική περιγραφή του χώρου, στο βιβλίο του «Αρχαία Θεσσαλία, αναφέρει»: «Τα ερείπια της πόλεως Ξυνιαί βρίσκονται σε μια σε σχήμα ασπίδας εδαφική γλώσσα από ασβεστόλιθο, η οποία είναι 74 μ. πάνω απ’ την επιφάνεια της θάλασσας. Μόνο από τον βορρά υπάρχει πρόσβαση με μια στενωπό την περιβάλουν δε η λίμνη και οι βαλτώδεις όχθες. Στην ελαφρώς γερμένη νοτιοδυτική πλαγιά εκτείνεται η πόλη. Η τοποθεσία δεν είναι και τόσο υγιεινή, αλλά είναι εξαιρετικά οχυρή και γι’ αυτό τόσο στην αρχαία ελληνική εποχή όσο και στη βυζαντινή ήταν κατοικημένη. Το αρχαίο ελληνικό τείχος έχει περιφέρεια 940 μ. Η ακρόπολη χωρίζεται από ένα εσωτερικό τείχος και έχει περιφέρεια 230 μ. Την κορυφή της σχηματίζει ένας σωρός από πεσμένα μάρμαρα, που δίνει το ερέθισμα για μια ανασκαφή. Στην ακρόπολη και στο βόρειο τείχος η αρχαία ελληνική οικοδόμηση με ορθογώνιους λίθους έχει τελείως αντικατασταθεί  από ένα βυζαντινό τείχος με ασβεστοκονίαμα, πάχους 1,64 μ. Αυτό το τείχος ανήκε ίσως στην Επισκοπή Εζερού, που αναφέρεται μεταξύ Ζητουνίου (Λαμίας) και Τρίκκης (Τρικάλων). Κατά τον Λίβιο η πόλη Ξυνίαι βρισκόταν στο σύνορο των Θεσσαλών και των Αινιάνων, στη γειτνίαση των οποίων παραπέμπει ο βοσκότοπος των Αινιάνων που βρίσκεται στην περιοχή της πόλεως. Όταν όμως ο Λίβυος και Στέφανος Βυζάντιος τοποθετούν την πόλη στη Θεσσαλία αυτό αποτελεί αναχρονισμό. Αυτή έχει αποδειχθεί αχαϊκή όχι μόνο από τη θέση της αλλά και από το πολίτευμα των αρχόντων. Γι’ αυτό επίσης ιδιοποιήθηκαν μετά το 189 π.Χ. την προηγουμένως αιτωλική πόλη, οι Θεσσαλοί, στους οποίους το 196 π.Χ. συγκατατάσσονταν οι Αχαιοί. Οι Kiepert, Foxv και Philippson αναζητούν την πόλη Ξυνίαι ανατολικά της λίμνης στο βουνό Κουρνοφωλιά (σ.σ. πάνω από την σημερινή Κορομηλιά). Υπάρχει βεβαίως σ’ αυτό τριγυρισμένο από «σκοπέλους» ένα πλάτωμα, το οποίο από μακριά φαίνεται απατηλά να μοιάζει με θέση μιας αρχαίας πόλεως, αλλά όταν όμως εγώ ανέβηκα στο βουνό, πείστηκα ότι εκεί δεν υπάρχουν κανενός είδους αρχαία κατάλοιπα», («Αρχαία Θεσσαλία», Fridrich Stahlin).

Ο συγγραφέας και δήμαρχος Βόλου Ν. Γεωργιάδης στο βιβλίο του «Θεσσαλία» (1880) αναφέρει: «Επί τινός δε εν τη λίμνη προέχοντος ακρωτηρίου ευρίσκονται ερείπια αρχαίας Ελληνικής εποχής της πόλεως Ξυνίας, ήτις κατά μεν το 193 π.Χ. εγκαταλειφθείσα υπό των κατοίκων ελεηλατήθη υπό των Αιτωλών (Λιβ.ΧΧΧΙΙ 13), το δε επόμενον έτος αφίχθη εις αυτήν ο Ύπατος Φλαμινίνος μετά τριήμερον οδοπορίαν από της Ηρακλείας (33,3)». Εις την πόλιν ταύτην την πληθώραν των πελαργών δικαιολογεί θρύλος του Αριστοτέλους έχων ούτω: «Κάποτε ο τόπος εγέμισε υπό όφεις με απόφασιν  των κατοίκων να εγκαταλείψωσι τον τόπον. Εις την αποφασιστικήν τούτην στιγμήν  ενεφανίσθη και εγκατεστάθη σμήνος πελαργών, το οποίον απήλλαξε τον τόπον από την πληγήν αυτήν των όφεων. Εφ’ ω και εις ευγνωμοσύνην εψήφισαν νόμον όστις προέβλεπε την ποινήν του θανάτου δια πάντα φονεύοντα πελαργόν».

Η Ακρόπολη της Ξυνιάδας φέρεται ως κτίσμα του 4ου αι. π.Χ., αρχαιολογικά όμως ευρήματα της περιοχής  αποδεικνύουν την κατοίκησή της πολύ νωρίτερα, από την  μυκηναϊκή εποχή. Τα ευρήματα αυτά είναι μια χάλκινη σμίλη, γνωστός τύπος εργαλείου μυκηναϊκής εποχής, μια αιχμή δόρατος μυκηναϊκής εποχής, γνωστού τύπου κυρίως στη Δυτική Ελλάδα, πτηνόμορφος ασκός αλλά και ξίφος με μακριά λεπίδα, το οποίο θεωρείται ένα από τα σημαντικότερα ευρήματα της ΙΔ΄ ΕΠΚΑ των τελευταίων ετών. Ο τύπος του ξίφους αυτού θεωρείται κρητικής έμπνευσης και είναι ένα σύνηθες εύρημα των λακκοειδών βασιλικών τάφων των ταφικών Κύκλων Α και Β των Μυκηνών.

«Τα προαναφερθέντα ευρήματα αποτελούν την απόδειξη ότι η χρήση του χώρου αρχίζει πολύ πριν τον 4ο αι. π.Χ. χρονολογία πριν από την οποία επιστεύετο ότι αυτός δεν κατοικείτο», («Αχαιοφθιωτικά Β΄, 1997). Το αρχαίο Ελληνικό τείχος των Ξυνιών είναι κτισμένο με την έμπλεκτο τεχνική, πάχους 2 μ., οι ορθογώνιοι λίθοι μέσου μεγέθους με ελαφρά κύφωση. Από την πλευρά που στρέφεται προς τη χώρα το τείχος ισχυροποιείται με 7 πύργους, οι οποίοι είναι συνδεδεμένοι με αυτό. Ένας όγδοος βρίσκεται στην ακρόπολη. Στις γωνίες των πύργων υπάρχει γλυφή καθώς και στη γωνία του τείχους στον βορρά, που είναι κομμένη στο βράχο, σαν μια φυσική έπαλξη. Εκτός αυτού, σε τέσσερις ακόμη θέσεις του τείχους έχουν φροντίσει να υπάρχουν οδοντωτές προεξοχές για πλαϊνή οχύρωση. Η πόλη είχε δύο περιβόλους με ύψος τρία και έξι μέτρα.

Το αρχαίο τείχος έχει καλυφθεί σε κάποια σημεία με βυζαντινή οχύρωση η οποία κατά τον μεσαίωνα χρησίμευε και για την προστασία του Φεουδάρχη. Βαθιά τάφρος χώριζε την νησίδα από την ξηρά με την οποία επικοινωνούσε μέσω στενού πέτρινου διαδρόμου (καλντερίμι) και ξύλινης γέφυρας στη θέση της οποίας κατά τον μεσαίωνα υπήρχε η «κινητή γέφυρα» που προάσπιζε την είσοδο του φρουρίου και επέτρεπε την επικοινωνία με την ξηρά. Η πόλη ήταν εξαιρετικά οχυρή καθώς περιβάλλονταν από το νερό της λίμνης, το βάλτο και το βραχώδες τοπίο του νησιού.

Σε επιγραφή του 213 π.Χ. που φυλάσσεται σήμερα στο μουσείο των Δελφών, βρίσκουμε πληροφορίες για τα όρια των Ξυνιαίων με τους Μελιταιείς, τους μεσολαβητές της Αιτωλικής Συμπολιτείας που διαιτήτευσαν στη διαμάχη για τα σύνορα, το πολίτευμα των δύο πόλεων καθώς γίνεται αναφορά στους Άρχοντες αλλά και τα ονόματά τους:

«CΤΡΑΤΑΓΕΟΝΤΟΣ ΠΑΝΤΑΛΕΟΝΤΟΣ ΤΟ ΠΕΜΠΤΟΝ, ΕΝ ΔΕ ΜΕΛΙΤΕΙΑΙ ΑΡΧΟΝΤΩΝ ΘΡΑΣΥΔΑΜΟΥ, ΠΟΛΕΜΙΔΑ ΤΟΥ …ΟΥ, ΦΕΙΔΩΝΟΣ ΤΟΥ ΕΥΚΡΑΤΕΟΣ, ΕΝ ΔΕ ΞΥΝΙΑΙΣ ΔΑ….. ΤΟΥ CΥΜΜΑΧΟΥ, ΝΙΚΙΑ ΤΟΥ ΑΡΙΣΤΙΩΝΟΣ , ΦΙΛΛΙΔΑ ΤΟΥ …ΟΣ, ΕΚΡΙΝΑΝ ΟΙ ΔΙΚΑΣΤΑΙ ΟΙ ΑΙΡΕΘΕΝΤΕΣ ΥΠΟ ΤΩΝ ΑΙΤΩΛΩΝ ΤΩΝ ….Σ ΠΕΛΑΝΕΥΣ ...ΕΟΣ  ....ΟΣ ΘΕΟΔΟΤΟΥ  Α... ΟΡΙΑ ΕΙΜΕΝ ΞΥΝΙΑΙΟΙΣ ΚΑΙ ΜΕΛΙΤΕΥΣΙ ΤΑΣ ΧΩΡΑΣ ΑΣ ΠΕΡΙΗΓΗΣΑΝΤΟ ΟΙ ΜΕΛΙΤΑΙΕΙΣ ΑΠΟ ΤΟΥ ΙΕΡΟΥ ΤΟΥ ΒΟΡΡΕΩΣ ΚΑΤΑ ΤΑΝ ΝΑΠΑΝ ΕΝ ΤΑΝ ΠΑΓΑΝ ΤΟΥ ΧΑΡΑΔΡΟΥ ΚΑΙ ΕΚ ΤΑΣ ΠΑΓΑΣ ΕΝ ΤΟ ΝΕΜΟΣ ΤΟ ΠΟΤΙ ΤΑΙ CΤΡΟΒΕΙΑΙ ΕΚ ΤΟΥ ΝΕΜΕΟΣ ΕΝ ΤΑΝ ΟΔΟΝ ΤΑΝ ΑΜΑΞΙΤΟΝ ΕΚ ΤΑΣ ΟΔΟΥ ΕΝ ΤΑ ΟΡΙΑΝ ΚΑΙ ΕΚ ΤΩΝ ΟΡΙΩΝ ΤΩ ΡΙΝΕΙΩΝ ΕΝ ΤΩ ΝΕΜΟΣ ΤΟ ΑΙΝΝΑΙΟΝ ΕΚ ΤΟΥ ΝΕΜΕΟΣ ΤΟΥ ΑΙΝΑΙΟΥ ΕΝ ΤΟΝ ΠΟΤΑΜΟΝ ΧΑΡΑΔΡΟΝ ΕΚ ΤΟΥ ΧΑΡΑΔΡΟΥ ΕΝ ΤΩ ΧΩΜΑ ΕΚ ΤΟΥ ΧΩΜΑΤΟΣ ΤΑΜ ΠΑΓΑΝ CΣΥΡΑΝΙΔΑ ΚΑΛΟΥΜΕΝΑΝ ΜΑΡΤΥΡΕΣ ΛΥΚΙΣΚΟΣ, ΛΥΚΙΣΚΟΣ  CΚΟΡΠΙΩΝΟΣ, ΑΝΔΡΟΝΙΚΟΣ ΒΙΤΤΟΥ…».

Σήμερα διακρίνονται καθαρά οι αρχαίες οχυρώσεις αλλά και οι παρεμβάσεις που έγιναν κατά τη Βυζαντινή περίοδο. Με μια απλή επίσκεψη και διερεύνηση του χώρου διαπιστώνει κανείς την αρχαιολογική αξία αλλά και την δυνατότητα ανάπτυξης ανασκαφικής δραστηριότητας στον ευρύτερο χώρο, πράγμα που θα έδινε σίγουρα εξαιρετικά στοιχεία στον αρχαιολόγο αλλά και στον απλό ερευνητή.

Ο Άγγλος περιηγητής Λήκ αναφέρει πως ο επιφανής Ρωμαίος στρατηγός Τίτος Κόϊντος Φλαμινίνος έφτασε με το στρατό του και κατέλαβε την πόλη, προερχόμενος από την Ηράκλεια μετά από τριήμερο ταξίδι, κατά το έτος 196 π.Χ. Ένα από τα πολλά περάσματα στην Όθρη, που κατέληγαν στην κοιλάδα του Σπερχειού ήταν το πέραμα που χρησιμοποίησε ο Ρωμαίος Αχίλλειος κατά την κάθοδο του το 191 π.Χ, όπως μας πληροφορεί ο Ρωμαίος ιστορικός Τίτος Λίβιος, για να αποφύγει την Ξυνία η οποία είχε προετοιμάσει καλά την άμυνα της. Πέρασε από τον Θαυμακό προς στην κοιλάδα του Σπερχειού μέσα από κάποιο πέρασμα παράπλευρα του Δερβέν Φούρκα στράφηκε νότια και βγήκε κοιλάδα της Λυγαριάς, αλλά αντί να κατευθυνθεί ανατολικά προς την Λαμία και να την κυριεύσει στράφηκε σε σχεδόν ευθεία γραμμή προς την Υπάτη.

Κατά το Λίβιο η Ξυνία βρισκόταν στο σύνορο των Θεσσαλών με τους Αινιάνες. Πιθανότατα, η ακμή της διακόπηκε κατά την κατάληψή της πόλης από τους Αιτωλούς το 193 π.Χ., όμως ξανακατοικήθηκε συστηματικά κατά τους Βυζαντινούς χρόνους και ως το Μεσαίωνα, αποτελούσε δε κατοικία του Φεουδάρχη της περιοχής.

Σύμφωνα με μια εκδοχή η πόλη προϋπήρχε της λίμνης και κατά την στιγμή της τεκτονικής δημιουργίας, πιθανότατα μετά από μεγάλο σεισμό, βυθίστηκε ένα μέρος της, στο βορειοδυτικό άκρο του νησιού. Ακόμη φέρεται να ανακαλύφθηκε κοντά την όχθη της λίμνης επιγραφή σχετική με την κατασκευή της εκκλησίας του Μεγάλου Βασιλείου, μισοβυθισμένη στη λίμνη.

Είναι πολύ πιθανό πάνω στο νησί να λειτούργησε η Επισκοπή Εζερού την περίοδο του μεσαίωνα και της Φραγκοκρατίας. Ο Βελής, πασάς της Λάρισας και διοικητής Θεσσαλίας (1804-1807 και 1812-1819), γιος του Αλή Πασά των Ιωαννίνων, την εποχή της κυριαρχίας του στην ευρύτερη περιοχή, έχτισε στο νησί δίπλα στην αρχαία ακρόπολη Ξυνιάδος ένα «περικαλλές σαράι», απ’ το οποίο ήλεγχε και κυβερνούσε το Βιλαέτι του. Την σημαντική πληροφορία μας δίνει το μικρό απόσπασμα δημοσιεύματος της εφημερίδας των Αθηνών «Παλιγγενεσία», στο φύλλο 8746/23-3-1893: «...Το κτήμα τούτο (Νταουκλή) εχρησίμευσε και ως ενδιαίτημα του Βελή Πασσά, υιού του Τεπελενλή του απαισίας μνήμης πατρός του. Επί νησίδος δε κειμένης εις την ομώνυμον του χωρίου λίμνην, την αρχαίαν Ξυνιάδα, είχεν οικοδομήσει περικαλές ανάκτορον, ούτινος σώζονται τα ερείπια». Παρότι δεν έχουμε άλλη επίσημη πηγή, κάτι τέτοιο θεωρείται  πολύ πιθανό λόγω και της ομοιότητας των δύο λιμνών της Ξυνιάδος και αυτής των Ιωαννίνων την εποχή εκείνη. Η μόνιμη κατοικία του Βελή ήταν το σαράι του Τυρνάβου, όπου και διέμενε τους περισσότερους μήνες του χρόνου, ένα μεγαλοπρεπές, τριώροφο, πολυτελές μέγαρο. Ο Βελής έκτισε και στη Δέσιανη της Αγυιάς, ένα όμορφο σαράι, στο οποίο είχε φτιάξει και μια μικρή λίμνη για να κάνουν βαρκάδα οι πολυάριθμες νόμιμες σύζυγοί του και παλλακίδες του (χαρέμι), κάτι που πιθανότατα έκαναν και στη λίμνη Ξυνιάδα.

Για την αρχαία ακρόπολη και το νησί της υπάρχουν πολλές ιστορίες εικασίες και μύθοι. Ένας από αυτούς αναφέρει πως περί το 1500 π.Χ. δημιουργήθηκε το πρώτο βασίλειο των Μυρμιδόνων με πρωτεύουσα την αρχαία Μελιταία και μετά διακόσια χρόνια το 1300 π.Χ. περίπου, το δεύτερο βασίλειο με πρωτεύουσα το νησάκι της λίμνης Ξυνιάδας με βασίλισσα την Ξυνιά. Σύμφωνα με τη μυθογραφία, ένα χρυσό -μασίφ- άγαλμα του Αχιλλέα Βασιλιά των Μυρμιδόνων (1.300 π.Χ.), το οποίο ανασύρθηκε περί το 1944 κοντά στο νησάκι της λίμνης Ξυνιάδας, πουλήθηκε στην Γιαπωνέζικη αυτοκινητοβιομηχανία Toyota. Κατά τις ίδιες πηγές, το άγαλμα έχει ύψος δύο μέτρα και ογδόντα εκατοστά, φέρει το δεξί πόδι εμπρός, ενώ στο δεξί χέρι κρατά μια ασπίδα και στο αριστερό ένα όρθιο ακόντιο.

Πάνω στο νησί, η ύπαρξη δύο εισόδων με σκαλιά αλλά με άγνωστο και ανεξερεύνητο προορισμό προς το εσωτερικό του λόφου, μια προς τη βόρεια και μια προς την δυτική του πλευρά και καθώς δεν υπάρχει ούτε ιστορική αναφορά ούτε ανασκαφική προσπάθεια από την πολιτεία, ο μυθοπλάστης λαός  έχει ίσως διογκώσει τις παραδόσεις αιώνων. Υπάρχουν αναφορές για ζώα που μπήκαν από τις εισόδους αλλά βγήκαν σε άθλια κατάσταση από άλλη έξοδο πολύ μακριά, πράγμα που δηλώνει επικοινωνία με τεχνητό τούνελ ή σπήλαιο (ή και τα δύο) σε πολύ μεγάλες αποστάσεις, όπως άλλωστε το συνήθιζαν οι αρχαίοι προγονοί μας. Πιθανολογείται η ύπαρξη σπηλαίου όπως δηλώνει και η γεωμορφολογία του βραχώδους τοπίου, με αναφορές σε υπόγειο ναό ή θολωτούς λαξευτούς τάφους.

Σε διήγηση του Δημητρίου Τσατσάνη (1915-1988) από την Ξυνιάδα Δομοκού, μαθαίνουμε μια ακόμη λαϊκή παράδοση: «…Για τα μεγάλα κτίσματα που υπήρχαν στο νησί λένε ότι το φτιάξαν Γίγαντες που ζούσαν διακόσια χρόνια και πέθαιναν μόλις μάτωναν λιγάκι. Λένε ότι ένας Γίγαντας κουβαλούσε κάποια μέρα μια μεγάλη πέτρα από την Οίτη στο Νησί και επειδή ήταν πολύ βαριά φώναξε σε έναν από τους συντρόφους του να του ρίξει το σφυρί για να πελεκήσει την πέτρα ώστε να ξαλαφρώσει από το πολύ βάρος και να μπορέσει να την μεταφέρει. Όταν όμως ο σύντροφος του πέταξε το σφυρί από μεγάλη απόσταση, χτύπησε το Γίγαντα στο πόδι που μάτωσε και ο Γίγαντας πέθανε. Η πέτρα μένει εκεί όρθια και όλα γύρω είναι χώμα. Υπάρχει ακόμα και μια άλλη παράδοση. Στην άκρη του νησιού είναι κάτι σαν κούνια (μπισίκι) και λένε ότι είναι του μικρού βασιλόπουλου που εκεί το θήλαζε η μάνα του η Βασίλισσα. Αυτό έχει μήκος 2,5-3 μέτρα», (Γιάννη Ροϊνά, «Χρονικά της Επαρχίας Δομοκού», 1996).

Υπάρχει ακόμη ο μύθος της βασίλισσας Ξυνίας, η οποία φύλαγε τους αμύθητους θησαυρούς της στο σπήλαιο κάτω από το νησί, μαζί με το άγαλμα του «Χρυσού Χοίρου», της χρυσής γουρουνίτσας με τα δέκα χρυσά γουρουνάκια, σύμβολο της γονιμότητας, ίσως και της ευμάρειας των Ξυνιαίων της εποχής εκείνης. Σύμφωνα με το μύθο το βασίλειο της Ξυνίας πολιορκήθηκε από το Δόλοπα βασιλιά των Κτιμενών Δράνο και η Βασίλισσα για να γλιτώσει κατέφυγε για ασφάλεια στους γείτονες και ομόφυλους Μελιταιείς, στην αρχαία πόλη της Μελιταίας. Προηγουμένως όμως φρόντισε να κρύψει τους αμύθητους θησαυρούς της ή κατ’ άλλους, να τους απορρίψει στον πυθμένα της λίμνης Ξυνιάδας.

Σύμφωνα με μια ακόμη παράδοση και όπως μας τη διηγήθηκε ο Κώστας Νούκος από την Ομβριακή (γεν. 1914), το βασίλειο της Βασίλισσας Ξυνιάς πολιορκήθηκε κάποτε από τον μυθικό ήρωα Αχιλλέα, ο οποίος  είχε συμφωνήσει με το Βασιλιά της Θαυμακίας (Δομοκού) Θαύμακο, να του παρέχει ασφαλή διέλευση από την περιοχή του, έναντι αδράς αμοιβής, με τελικό στόχο τους αμύθητους θησαυρούς των Ξυνιών. Η βασίλισσα Ξυνιά τότε και οι άρχοντες της πόλης έστειλαν αγγελιοφόρους προς αναζήτηση βοήθειας στη γειτονική σύμμαχο πόλη της Μελιταίας και τον ομώνυμο βασιλιά της το Μελιταία, προσφέροντας αντίστοιχη αμοιβή. Οι αγγελιοφόροι των Ξυνιαίων πέρασαν από το κρυφό τούνελ κάτω από τη λίμνη και βγήκαν στην έξοδό του προς τη σημερινή Ξυνιάδα. Εκεί σκέπασαν την οπή με κλαδιά και χώμα για να μην την εντοπίσουν οι εισβολείς του Αχιλλέα, βάζοντας ένα σιδεράκι στο έδαφος σαν σημάδι για να την βρουν στην επάνοδό τους. Η περιοχή αυτή της Ξυνιάδας φέρει ακόμη και σήμερα την ονομασία «Σιδεράκι». Ο Μελιτεύς λοιπόν συμφώνησε με τους Ξυνιείς και επιτέθηκε αιφνιδιάζοντας το στρατό του Αχιλλέα  ο οποίος οπισθοχώρησε και έκτοτε δεν επανήλθε στη διεκδίκηση των θησαυρών της βασίλισσας Ξυνιάδος.

 

*Δημήτρης Β. Καρέλης

Συγγραφέας -Αρθρογράφος - Πολιτισμολόγος,

Πτυχιούχος του Τμήματος Σπουδών στον Ελληνικό Πολιτισμό της Σχολής Ανθρωπιστικών Επιστημών του ΕΑΠ και φοιτητής στο μεταπτυχιακό πρόγραμμα «Δημόσια Ιστορία» του ΕΑΠ. 


Σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 57 ΑΚ, του Ν 2121/1993 περί πνευματικής ιδιοκτησίας, απαγορεύεται η αναδημοσίευση, η αναπαραγωγή, ολική, μερική ή περιληπτική ή κατά παράφραση ή διασκευή απόδοση του περιεχομένου του παρόντος web site με οποιονδήποτε τρόπο, ηλεκτρονικό, μηχανικό, φωτοτυπικό, ηχογράφησης ή άλλο, χωρίς προηγούμενη γραπτή άδεια του εκδότη. Απαγορεύεται επίσης η αναδημοσίευση του παρόντος άρθρου, χωρίς αναφορά, με ενεργό σύνδεσμο (link)  gaiaelliniki.grLamiaTimes.grDomokosnews.gr






Contact With Me

Contact Us
DIMITRIS KARELIS
+306947185990
Athens, Greece